Τίτλοι Ειδήσεων
Αρχική » Κέρκυρα: Τι αλλάζει για τα αυθαίρετα στην Παλαιά Πόλη –  Εξορθολογισμός από το ΣτΕ

Κέρκυρα: Τι αλλάζει για τα αυθαίρετα στην Παλαιά Πόλη –  Εξορθολογισμός από το ΣτΕ

Κέρκυρα: Τι αλλάζει για τα αυθαίρετα στην Παλαιά Πόλη –  Εξορθολογισμός από το ΣτΕ

Νέα δεδομένα για την τακτοποίηση αυθαίρετων κατασκευών σε ιστορικά κτίρια και προστατευόμενες περιοχές (UNESCO) δημιουργεί η απόφαση 454/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με επίκεντρο υπόθεση που αφορά την Παλαιά Πόλη της Κέρκυρας. Την απόφαση και τις σημαντικές νομικές προεκτάσεις της αναλύει η Ειρήνη Παδουβά σε δημοσίευμά της στο NOMIKI BIBLIOTHIKI Daily.

To δημοσίευμα αναφέρει:

«Μια ιδιαίτερα σημαντική διάκριση για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αυθαιρέτων σε ιστορικά κτίρια και προστατευόμενες περιοχές εισάγει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση 454/2026.

Το Ε΄ Τμήμα του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου έκρινε ότι, όταν μόνο ένα μέρος ενός κτιρίου χρονολογείται πριν από το 1830 και συνεπώς αποτελεί αρχαίο μνημείο που προστατεύεται αυτοδικαίως από τον νόμο, η απαγόρευση τακτοποίησης αυθαίρετων κατασκευών δεν επεκτείνεται χωρίς άλλη εξέταση στο σύνολο του κτιρίου.

Αντίθετα, αυθαίρετες επεμβάσεις που βρίσκονται σε μεταγενέστερα τμήματα μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να εξεταστούν στο πλαίσιο του ν. 4495/2017.

To ΣτΕ διευκρινίζει ότι ούτε η θέση του ακινήτου μέσα σε αρχαιολογικό χώρο ούτε ακόμη η ένταξή του σε περιοχή που περιλαμβάνεται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO συνιστούν από μόνες τους απόλυτο κώλυμα για την τακτοποίηση. Από την άλλη, οι συγκεκριμένες αυθαίρετες κατασκευές προκαλούν άμεση ή έμμεση βλάβη στο προστατευόμενο πολιτιστικό περιβάλλον;

Η υπόθεση της Παλαιάς Πόλης της Κέρκυρας

Η διαφορά αφορούσε ακίνητο στην Παλαιά Πόλη της Κέρκυρας, σε μια περιοχή με ιδιαίτερα αυξημένο καθεστώς πολιτιστικής προστασίας. Η Παλαιά Πόλη έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο, βρίσκεται εντός κηρυγμένου και οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου και έχει εγγραφεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Το επίμαχο κτίριο είχε, όμως, μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Δεν είχε κατασκευαστεί ολόκληρο την ίδια περίοδο. Το ισόγειο, ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος ανάγονταν στην περίοδο της Ενετοκρατίας και είχαν κατασκευαστεί πριν από το 1830. Ο τρίτος όροφος και η σοφίτα είχαν προστεθεί μεταγενέστερα, μετά τα μέσα του 19ου αιώνα.

Το κτίριο είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές από βομβαρδισμούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το 2004 είχε εκδοθεί οικοδομική άδεια για την αποκατάστασή του, κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας. Στη συνέχεια ζητήθηκε η υπαγωγή στον ν. 4495/2017 σειράς αποκλίσεων και αυθαίρετων επεμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά την αποκατάσταση του ακινήτου.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η διάνοιξη παραθύρων στη στέγη, υπερβάσεις στο ύψος των στεγών, διαφοροποιήσεις στις στάθμες και στις κλίμακες, αλλαγές στη διαρρύθμιση της σοφίτας, αλλαγή χρήσης τμήματός της από αποθήκη σε κατοικία, πατάρια, καμινάδες και άλλες επεμβάσεις.

Το ΚΑΣ είπε «όχι» στην τακτοποίηση

Η υπόθεση έφθασε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Το κρίσιμο ζήτημα που τέθηκε ήταν αν η υπαγωγή στον νόμο περί αυθαιρέτων αποκλειόταν συνολικά επειδή το μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου είχε κατασκευαστεί πριν από το 1830 και αποτελούσε συνεπώς αρχαίο μνημείο ή εάν μπορούσαν να τακτοποιηθούν οι αυθαιρεσίες που βρίσκονταν στα μεταγενέστερα τμήματα του ακινήτου.

Το ΚΑΣ γνωμοδότησε αρνητικά με το βασικό επιχείρημα ότι το κτίριο αποτελούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος του μνημείο και βρισκόταν μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Παλαιάς Πόλης της Κέρκυρας, η οποία περιλαμβάνεται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Η μειοψηφούσα άποψη, από την άλλη, υποστήριξε ότι οι περισσότερες αυθαιρεσίες ήταν μικρής κλίμακας, δεν προκαλούσαν άμεση ή έμμεση βλάβη στο κτίριο και, στον βαθμό που αφορούσαν τμήμα του ακινήτου το οποίο δεν αποτελούσε αυτοτελώς μνημείο, θα μπορούσαν να υπαχθούν στον ν. 4495/2017.

Με βάση την αρνητική γνωμοδότηση, η Υπουργός Πολιτισμού απέρριψε το αίτημα υπαγωγής και η υπόθεση κατέληξε στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Προ του 1830 σημαίνει αρχαίο μνημείο χωρίς να χρειάζεται χαρακτηρισμός

Το ΣτΕ ξεκινά από μια κρίσιμη παραδοχή της αρχαιολογικής νομοθεσίας. Με βάση τα άρθρα 2 και 6 του ν. 3028/2002, τα ακίνητα πολιτιστικά αγαθά που χρονολογούνται έως και το 1830 αποτελούν αρχαία μνημεία και προστατεύονται ευθέως από τον νόμο.

Δεν απαιτείται να προηγηθεί υπουργική απόφαση ή άλλη διοικητική πράξη που να τα χαρακτηρίζει ως μνημεία.

Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό των αιτούντων ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν είχε ποτέ χαρακτηριστεί ως μνημείο. Από τη στιγμή που αποδείχθηκε ότι το ισόγειο, ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος είχαν κατασκευαστεί πριν από το 1830, τα τμήματα αυτά προστατεύονταν αυτοδικαίως ως αρχαίο μνημείο.

Η προστασία δεν επεκτείνεται αυτομάτως σε ολόκληρο το κτίριο

Το ΣτΕ δεν δέχθηκε ότι ο χαρακτηρισμός των παλαιότερων τμημάτων ως αρχαίου μνημείου αρκεί για να αποκλείσει την τακτοποίηση οποιασδήποτε αυθαιρεσίας στο σύνολο του ακινήτου. Ερμηνεύοντας το άρθρο 89 παρ. 2 περ. ιδ΄ του ν. 4495/2017 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν. 3028/2002, το Δικαστήριο έκρινε ότι όταν μόνο τμήμα ενός κτιρίου χρονολογείται πριν από το 1830, η απαγόρευση υπαγωγής στις διατάξεις περί τακτοποίησης καταλαμβάνει αποκλειστικά εκείνο το τμήμα που αποτελεί αρχαίο μνημείο.

Με άλλα λόγια, το κτίριο δεν αντιμετωπίζεται κατ’ ανάγκην ως ένα αδιαίρετο σύνολο από πλευράς της συγκεκριμένης απαγόρευσης.

Τα τμήματα που κατασκευάστηκαν μετά το 1830 και δεν εμπίπτουν αυτοτελώς στην προστασία των αρχαίων μνημείων δεν αποκλείονται εκ προοιμίου από τη διαδικασία του ν. 4495/2017. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι επίμαχες αυθαιρεσίες βρίσκονταν από τον τρίτο όροφο και πάνω, δηλαδή στα μεταγενέστερα τμήματα του κτιρίου.

Το ΣτΕ έκρινε, συνεπώς, μη νόμιμη την αιτιολογία της υπουργικής απόφασης ότι η τακτοποίηση αποκλειόταν επειδή το ακίνητο ήταν «κατά το μεγαλύτερο μέρος του μνημείο».

Ούτε η UNESCO αποτελεί αυτόματο «απαγορευτικό»

Εξίσου σημαντική είναι η δεύτερη κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η Διοίκηση είχε επικαλεστεί ως πρόσθετο λόγο για την απόρριψη της υπαγωγής το γεγονός ότι το ακίνητο βρίσκεται μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Παλαιάς Πόλης της Κέρκυρας και σε περιοχή ενταγμένη στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Το ΣτΕ έκρινε ότι ούτε αυτή η αιτιολογία αρκεί. Από τα άρθρα 116 παρ. 9β και 117 παρ. 9 του ν. 4495/2017 προκύπτει, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει ειδική διαδικασία ακριβώς για την εξέταση αυθαίρετων κατασκευών και χρήσεων σε αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους, στο περιβάλλον μνημείων αλλά και στο περιβάλλον Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Η ύπαρξη αυξημένου καθεστώτος προστασίας δεν σημαίνει, επομένως, αυτομάτως απαγόρευση αλλά προυποθέτει ειδική, εξατομικευμένη και αιτιολογημένη αξιολόγηση.

Το κρίσιμο τεστ είναι αν υπάρχει βλάβη στο μνημείο

Η Διοίκηση δεν μπορεί να απορρίπτει ένα αίτημα τακτοποίησης μόνο και μόνο επειδή το ακίνητο βρίσκεται σε έναν αρχαιολογικό χώρο ή μέσα σε περιοχή UNESCO. Οφείλει να εξετάζει τις συγκεκριμένες αυθαίρετες επεμβάσεις και να κρίνει εάν αυτές προκαλούν άμεση ή έμμεση βλάβη στα στοιχεία του πολιτιστικού περιβάλλοντος που προστατεύονται.

Η αξιολόγηση, επομένως, μετατοπίζεται από ένα γενικό και τυπικό κριτήριο –«πού βρίσκεται το ακίνητο»– σε ένα ουσιαστικό κριτήριο.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται άμεσα και με το άρθρο 10 του ν. 3028/2002, το οποίο απαγορεύει ενέργειες που μπορούν να επιφέρουν άμεση ή έμμεση καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής ακινήτου μνημείου και προβλέπει ειδικό σύστημα εγκρίσεων για επεμβάσεις στο μνημείο και στο περιβάλλον του.

Ακύρωση της υπουργικής απόφασης και νέα κρίση από τη Διοίκηση

Με βάση τα παραπάνω, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε δεκτή την αίτηση ακύρωσης. Ακύρωσε την απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου το αίτημα τακτοποίησης να εξεταστεί εκ νέου σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία του άρθρου 116 του ν. 4495/2017.

Αυτό σημαίνει ότι το ΣτΕ δεν αποφάσισε το ίδιο πως οι συγκεκριμένες αυθαιρεσίες πρέπει τελικά να τακτοποιηθούν. Έκρινε ότι η Διοίκηση τις είχε απορρίψει με μη νόμιμη αιτιολογία και ότι οφείλει πλέον να προχωρήσει στη συγκεκριμένη αξιολόγηση που απαιτεί ο νόμος, εξετάζοντας μεταξύ άλλων την επίδρασή τους στα προστατευόμενα στοιχεία του πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Επομένως,το ότι ένα ακίνητο βρίσκεται μέσα στην ιστορία δεν σημαίνει ότι κάθε μεταγενέστερο τμήμα του αποκτά αυτομάτως την ίδια νομική μεταχείριση. Και το ότι βρίσκεται μέσα σε έναν αρχαιολογικό χώρο δεν σημαίνει ότι κάθε αυθαιρεσία είναι εξ ορισμού μη τακτοποιήσιμη. Αυτό που απαιτείται είναι ειδική κρίση, συγκεκριμένη αιτιολογία και ουσιαστικός έλεγχος της πραγματικής επίδρασης κάθε επέμβασης στο προστατευόμενο πολιτιστικό περιβάλλον.»

Πηγή: daily.nb.org/

 

Συντάκτης

Μοιραστείτε το Άρθρο:
Ακολουθήστε μας στα Social:
ΚΕΡΚΥΡΑ ->
ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ ->
ΕΛΛΑΔΑ ->
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ->
Επιστροφή Στην Κορυφή